Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

Δευτέρα Νο 2

Δεν θέλει να ονειρεύεται, δεν ονειρεύεται κι αν του συμβαίνει κάνει πως δεν τα θυμάται τα ονείρατα, δεν τα θυμάται εν τέλει.

Χθες βράδυ δεν θυμάται πως ξύπνησε από το ατελείωτο νερό που προσπαθούσε να τον καταπιεί. Ιδρωμένος, κατατρομαγμένος, πανικόβλητος άνοιξε τα μάτια του να αγγίξει κάτι στεγνό, κάτι στέρεο. Άναψε το πορτατίφ δίπλα του σχεδόν σίγουρος πως θα δει να τρέχουν νερά από τους τοίχους, να'χει πλημμυρίσει το πάτωμα, το κρεβάτι του να επιπλέει, το γραφείο απέναντί του να κυματίζει πέρα δώθε, τα βιβλία του να κολυμπάνε καταπάνω του και σχεδόν άκουσε τον ήχο που κάνει το νερό όταν πέφτει από ψηλά, να γίνεται όλο και πιο έντονος σαν να κυλάει σε κλειστό τούνελ. 
Τα μάτια του τεράστια γύριζαν σαν τρελά σε όλες τις γωνιές της κάμαρας. Όχι, δεν υπήρχε νερό!!! Άργησε να το καταλάβει, άργησε να βγει από τον ύπνο, από το όνειρο του νερού, άργησε να συνέλθει, πάλι με αναμμένο το ηλεκτρικό θα τον βρει το πρωί. Η ώρα μόλις δυόμιση, πφ μόλις δυόμιση! Το ρολόι δουλεύει, δεν πήρε νερό, ευτυχώς. Γαμώτο δεν υπάρχει νερό στ'αλήθεια, στα ψέματα ήταν, στο όνειρο ήταν. Ένα ψέμα είναι το όνειρο, πόσες φορές θα το τσεκάρει για να το πιστέψει πια; Έλεος! Μεγάλος άνθρωπος και τρέμει τα όνειρα ακόμα, τα ψεματούδια τους, τον τρόμο τους, τα παράλογα και τα ασυνείδητα.
Δεν θυμάται όνειρο, δεν θυμάται. Ο μόνος μάρτυρας του συμβάντος το ηλεκτρικό που θα το'βρει ο ήλιος αναμμένο αλλά ποιός δίνει σημασία σε μια λαμπτήρα ηλεκτρικού όταν υπάρχει ο ήλιος; Κανείς.
Δημοσίευση σχολίου