Παρασκευή, 29 Φεβρουαρίου 2008

Μια πρόσκληση

Η πρόσκληση- παιχνίδι από τον Ανεμοσκορπίσματα που κατά καιρούς με σκορπίζει μια εδώ και μια εκεί.
Οι κανόνες αντιγραφή από τον ίδιον:


1. Πιάσε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά σε σένα
2. Άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα 123
3. Βρες την πέμπτη σειρά
4. Ανάρτησε τις επόμενες τρεις παραγράφους.

Το πρώτο βιβλίο ήταν το : Το μυστικό του χρυσοχόου, της Ελιά Μπαρθελό από τις εκδόσεις Πατάκη. Δυστυχώς όμως δεν υπήρχε σελίδα 123. Τελειώνει στην 121. Κοίτα να δεις ατυχία τώρα, γιατί είναι ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία και γι’αυτό το λόγο βρίσκεται δίπλα μου.
Το επόμενο (που πετύχαμε και τη σελίδα 123) είναι το : Το ζώο που ξεψυχά, του μεγάλου (για μένα) Φίλιπ Ροθ, εκδόσεις Πόλις. Οι τρεις παράγραφοι μετά την Πέμπτη σειρά λοιπόν:


«Τώρα», τη ρώτησα, «αυτή τη στιγμή, φοβάσαι;» «Πολύ. Φοβάμαι πάρα πολύ. Είμαι καλά για δύο λεπτά, σκέφτομαι κάτι άλλο, και ξαφνικά νιώθω κάτι στην κοιλιά μου, σαν να κόβομαι στα δύο, και δεν μπορώ να πιστέψω αυτό που συμβαίνει. Είναι σαν το τρενάκι του λούνα παρκ, δεν σταματάει στιγμή. Δεν μπορεί να σταματήσει, αν δεν σταματήσει ο καρκίνος. «Οι πιθανότητες που έχω, είπε, είναι εξήντα τοις εκατό να ζήσω και σαράντα τοις εκατό να πεθάνω». Κι ύστερα άρχισε να μιλάει για το πόσο πολύ αξίζει η ζωή και το πόσο λυπάται τη μητέρα της, πάνω απ’ όλα – τη στερεότυπη συζήτηση που είναι αναπόφευκτη. Ήθελα να κάνω τόσα πράγματα, είχα τόσα σχέδια, και ούτω καθ’ εξής. Άρχισε να μου λέει πόσο ανόητα της φαίνονται τώρα όλα τα μικροάγχη που την ταλαιπωρούσαν πριν από λίγους μήνες, τα προβλήματα σχετικά με τη δουλειά και τους φίλους και τα ρούχα και το πώς αυτή η ιστορία είχε βάλει τα πάντα στη θέση τους κι εγώ σκεφτόμουν: Όχι, τίποτα δεν βάζει τίποτα σε καμία θέση.

Την κοιτούσα, την άκουγα, κι όταν πια δεν άντεχα να ακούω άλλο τη ρώτησα: «Σε πειράζει να αγγίξω το στήθος σου;» Εκείνη μου απάντησε: «Καθόλου, άγγιξέ το». «Δεν σε πειράζει;» «Όχι. Αλλά δεν θέλω να φιληθούμε. Γιατί δεν θέλω τίποτα που να έχει σχέση με το σεξ. Ξέρω όμως πόσο σου άρεσε το στήθος μου, οπότε λοιπόν άγγιξέ το». Έτσι κι εγώ άγγιξα το στήθος της, με τρεμάμενο χέρι. Και, φυσικά, με στύση. Τη ρώτησα: «Είναι στο αριστερό στήθος ή στο δεξί;» κι εκείνη μου είπε: «Στο δεξί». Έβαλα το χέρι μου στο δεξί της στήθος. Υπάρχει ένας συνδυασμός ερωτισμού και τρυφερότητας, όπου λιώνεις και ταυτόχρονα ερεθίζεσαι, αυτό μου συνέβαινε. Σου σηκώνεται και την ίδια στιγμή λιώνεις. Έτσι λοιπόν καθόμασταν εκεί και είχα το χέρι μου στο στήθος της και μιλούσαμε και της είπα: «Δεν σε πειράζει;» κι εκείνη μου είπε: «Αντιθέτως, θέλω και κάτι ακόμα από σένα. Γιατί ξέρω ότι σου αρέσει πάρα πολύ το στήθος μου». Εγώ της είπα: «Τι θέλεις;» Θέλω να ψηλαφίσεις τον καρκίνο μου». Εγώ της είπα: «Εντάξει. Θα το κάνω. Αργότερα όμως, θα το κάνουμε αργότερα αυτό».

Παραήταν νωρίς. Δεν ήμουν έτοιμος για τέτοιο πράγμα. Κι έτσι συνεχίσαμε να μιλάμε, κι εκείνη άρχισε να κλαίει, κι εγώ προσπαθούσα να την παρηγορήσω, και τότε ξαφνικά σταμάτησε να κλαίει και απέκτησε μια τρομερή ενεργητικότητα, μια τρομερή αποφασιστικότητα. Μου είπε: «Ντέιβιντ, η αλήθεια είναι ότι ήρθα εδώ με ένα αίτημα, ένα ερώτημα». Κι εγώ της είπα: «Τι είναι;». Κι εκείνη είπε: «Μετά από σένα δεν είχα ούτε έναν φίλο, ούτε έναν εραστή που να αγάπησε το σώμα μου όσο το αγάπησες εσύ». «Είχες εραστές;».

Τα ίδια πάλι. Ξέχνα τους εραστές. Αλλά δεν μπορούσα.


Έπρεπε να προσθέσω και την πρώτη πρόταση της επόμενης παραγράφου προς χάρη της κατανόησης του αποσπάσματος.

Ευχαριστώ και πάλι για την πρόσκληση και θα ήθελα, αν μπορούν, να πάρουν μέρος στο παιχνίδι η freedula, η rain και η mariannaonice.
Δημοσίευση σχολίου