Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2008

Χιονιάς

Παγωμένο το χειμωνιάτικο απόγευμα αλλά χιονιά μέσα στην καρδιά μου έφερε το γερμένο κεφάλι της, η προσπάθειά της να με δει, να βγει από το λήθαργο του μυαλού της και να με κοιτάξει, να με αναγνωρίσει, να πει το όνομά μου, να ακουμπήσει πάνω μου, να με νιώσει.
Πώς να συντροφέψεις μια ψυχή; Πώς να γεμίσεις τα αγαπημένα γέρικα μάτια; Πώς να κάνεις το κουρασμένο κεφάλι να ανασηκωθεί; Πώς να πεις το σ’αγαπάω μάννα, κοίτα με, είμαι κοντά σου;
Πώς;
Έγειραν τα χρόνια αμείλικτα, πέρσεψαν τα βάσανα, κιότεψε το σώμα και ό,τι απέμεινε από το λαμπρό μυαλό, από τη σιδερένια θέληση, από την ατσάλινη αντοχή είναι ένας ψίθυρος αγάπης: «σας κούρασα».


Μια σπουδαία γυναίκα λύγισε και έχω ραγίσει από τον πόνο και ας ξέρω πως είναι αναμενόμενο αυτό για κάθε άνθρωπο. Δεν με παρηγορεί. Το μόνο που με ανακουφίζει είναι πως με αγάπησε σαν δικό της παιδί από την πρώτη φορά που πήγα σπίτι της.


Και την αγάπησα και εγώ πολύ.
Δημοσίευση σχολίου