Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

Κυριακή Νο 2

Κοίταξε τα χέρια του αφηρημένη. Δάχτυλα μακριά, άγαρμπα, άτσαλα, χοντροκομμένα, εν τέλει αποκρουστικά στην όψη. Κινήσεις απότομες, νευρικές, σαν πλοκάμια που τυλίγονταν και ξετυλίγονταν για να στείλουν αρνητική ενέργεια. Έκανε πίσω να αποφύγει τα κύματα της ασχήμιας τους. Δεν τα κατάφερε, την βρήκαν απροετοίμαστη σαν ανυποψίαστη που ήταν. Γιατί να είναι τόσο πολύ αφηρημένη πάντα, αναρωτήθηκε. Πάλι και πάλι το ίδιο συμβαίνει. Ερήμην περνάνε οι λεπτομέρειες για να καταχωνιαστούν στο πίσω μέρος του μυαλού και να εμφανιστούν αιφνίδια όταν σε τίποτα δεν χρησιμεύουν.
Τραβήχτηκε κι άλλο μακριά τους μα ανώφελο, την έφταναν. Παλάμες τεράστιες, τετράγωνα νύχια κοντοκομμένα, καθαρά αλλά αποστειρωμένα. Ζάρωσε στην θέα τους να την πλησιάζουν. Τίποτα αφηρημένο δεν έμεινε πια πάνω της, ο φόβος γεννήθηκε, μπορεί να τον γέννησε η ίδια, ακούσια. Όλος έγινε αυτά τα "άσχημα" χέρια που ήθελε να μην βλέπει πια. Προσπάθησε να πάρει τα μάτια της από πάνω τους αλλά δεν τα κατάφερε, τα χέρια την είχαν αιχμαλωτίσει. Μούδιαζε, ίδρωνε, το οξυγόνο στο κεφάλι της περιοριζόταν φρικτά, θα λιποθυμούσε, αν ήταν δυνατόν να χάσει τις αισθήσεις της από δυο "άσχημες" παλάμες! Στηρίχτηκε στα μπράτσα της πολυθρόνας, αναδεύτηκε σαν κυματισμός πάνω της μη και συνερχόταν, τίποτα. Έκανε μια προσπάθεια να μιλήσει, να μιλήσει σ'εκείνα τα "άσχημα" χέρια, να τα παρακαλέσει να κρυφτούν, να μην τα βλέπει άλλο, να την ξεμαγέψουν. Τα "άσχημα" χέρια συνέχιζαν αμέριμνα να κινούνται μπροστά της χωρίς ίχνος συναίσθησης για ό,τι προκαλούσαν άθελά τους. Έσκιζαν τον χώρο με άνεση, πάνω, κάτω, οριζόντια, κάθετα, έφτιαχναν ρεύμα σπρώχνοντας τα μόρια του αέρα καταπάνω της έτσι μεγάλα σαν κουπιά που ήταν και μαζί με τον αέρα και το δηλητήριο της ασκήμιας τους. Πνιγμός και Πανικός! Εφιάλτης απροσδόκητος, όπως αρμόζει να είναι κάθε εφιάλτης...

Ξύπνησε!!!
Θα αναζητήσει σε όλους του γνωστούς, φίλους, συγγενείς και απλούς περαστικούς αυτά τα "άσχημα" χέρια. Πρέπει να είναι πανέτοιμη όταν και όπου τα ξανασυναντήσει. Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Όλα, έστω και ακούσια, προμελετημένα και προκατασκευασμένα συμβαίνουν.

Την λένε Μυρσίνη, η μη τυχαία. 
Δημοσίευση σχολίου