Σάββατο, 10 Μαΐου 2008

Τα ασημένια πέδιλα!!

Χαμηλά, εντελώς, ασημένια, δυο λουριδίτσες ίσα – ίσα να ξεχωρίζουν το πόδι από την πυρακτωμένη γη, φορούσε. Ενώ περπατούσε, τα κοίταζε συχνά. Μπορεί το χρώμα, ασυνήθιστο για αυτή, να έκανε τα μάτια της να πέφτουν πάνω τους, μία στο ένα, μία στο άλλο ανάλογα με το βήμα της. Μπορεί πάλι να μην ήθελε να σκεφτεί το βήμα της και να πρόσεχε το ντύμα τους. Ενδόμυχα ήξερε τι δεν έπρεπε να λογιστεί. Το για πού την πάνε τα «ασημένια πέδιλα». Λες να είχαν δική τους γνώμη; Λες να είχαν βγάλει δική τους απόφαση για τον προορισμό της; Μπα, το ήξερε, έλεγε χαζά. Τότε; Ποιος αποφάσισε για την πρωινή πορεία της; Ρωτούσε την ίδια και της αποκρινόταν πως αυτή δεν είχε ιδέα πως βρέθηκε, Αυγούστου πρωινό, να διασχίζει τον μεγάλο δρόμο της πόλης. Μήπως το μυαλό σταμάτησε; Μήπως κόπηκε η παροχή της λογικής; Και τότε; Τότε ποιος θα της απαντήσει; Χρειάζεται απάντηση; Μα ναι, οπωσδήποτε. Έτσι έχει συνηθίσει. Ερώτηση – απόκριση και αναλόγως μπροστά ή πίσω ή στάση στην πορεία της ζωής της. Κάτι διαφορετικό συμβαίνει σήμερα. Ασυνήθιστο. Πορεύεται στο άγνωστο με μια λαχτάρα τόσο δυνατή που προοιωνίζει την μοναδικότητά του. Το ένιωθε. Το ήξερε. Αυτό το πρωινό δεν θα είχε επανάληψη. Ο μόνος μάρτυρας θα ήταν τα ασημένια πέδιλα. Ούτε καν η ίδια. Ήταν σαν να μην υπάρχει. Μια δίνη χρόνου την έκλεισε μέσα της. Μια τρέλα την τράβαγε να προχωράει χωρίς σταματημό. Ο ήλιος καυτός τα ξάσπριζε όλα και μόνο θολά την εικόνα της – μα ποια είναι αυτή; - στα τζάμια των μαγαζιών έβλεπε όταν η ματιά της έφευγε από τα ασημένια πέδιλά της. Αμυδρά άκουγε την βουή ανθρώπων και αυτοκινήτων, μα δεν έδινε σημασία. Δεν υπήρχε άλλη σημασία εκτός από την απόλαυση της ώρας τούτης. Η ώρα εκτός τόπου και χρόνου. Βίωση την λένε. Να μην τέλειωνε ποτέ σκεφτόταν μα ήξερε πως το τέλος της είχε ξεκινήσει από τη στιγμή που βγήκε από το σπίτι της. Δεν είχε παρέα. Ήταν αυτή και το φάντασμά της στο μεθυσμένο όνειρό της.

Μόνο μην ξεχάσει να ξυπνήσει …
Δημοσίευση σχολίου