Σάββατο, 3 Μαΐου 2008

Τα "πέτρινα" χρόνια της

(όποια ομοιότητα με πρόσωπα και γεγονότα είναι εντελώς, μα εντελώς πραγματική)

Τα μικράτα της δεν τα ξέρω. Την Ε. την γνώρισα περίπου πριν 10 – 12 χρόνια. Αρχικώς την άκουσα από το τηλέφωνο. Μια φωνή που ζητούσε τον Κ. συνάδελφο τότε αλλά και πολύ καλό φίλο. Ύστερα η ζωή της, την έφερε στην πόλη μου και κάποια στιγμή στην πόρτα μου. Της την άνοιξα, θυμάμαι, εκείνη την πρώτη φορά και πρώτα είδα τα λουλούδια που κρατούσε, νομίζω ζέρμπερες, και μετά την είδα. Ψηλή, καθαρομελάχρινη, γεματούτσικη, με μάτια παιδικά, ολόγιομα κάτι γνώριμό μου, αγάπη.
Εκείνη, την πρώτη μας φορά, κάθισε απνέναντί μου και όπως νομίζω σπάνια συμβαίνει, ξεκίνησε μια σχέση που ακόμα βασίζεται στον όμοιο ψυχισμό. Πολύ πιθανόν μια σχέση που μόνο ανάμεσα σε γυναίκες μπορεί να υπάρξει. Οι γυναίκες, έχω την εντύπωση, αναζητούν ταυτοποίηση ψυχισμών.
Ξεχαστήκαμε στο τραπέζι της κουζίνας μου για πάνω από πέντε ώρες, κουβεντιάζοντας και στην ουσία ξεδιψούσε η μία από την πηγή της άλλης. Ένα απόγευμα πραγματικά αξιομνημόνευτο στην καρδιά μου και στο μυαλό μου.
Και τώρα, μετά τόσα χρόνια, σαν να μην έχει περάσει ώρα από τότε, ήρθαν οι βραδινές συζητήσεις μας. Πως γίνεται άραγε αυτό; Να παρεμβάλλεται δεκαετία και πλέον κι΄όμως να μην υπολογίζεται ούτε στο λόγο, ούτε στη σκέψη. Ο χρόνος δεν υπακούει στους κανόνες του; Εμείς δίνουμε την εντολή για την παρακοή; Ή μήπως δεν χρειαζόμαστε σε κάποιες περιπτώσεις την δικαιολογία πως ο χρόνος όλα τα αλλάζει ή έστω τα διαφοροποιεί, ώστε να τραβάμε προς τα εμπρός;
Όπως και να είναι με την Ε. συνεχίζουμε την κουβεντούλα μας, όχι από εκεί που την αφήσαμε αλλά από εκεί που η ζωή μας υπέδειξε.
Ενδιάμεσα τα «πέτρινα χρόνια της». Ο ανθρώπινος αγώνας της αγάπης με όλα τα συστατικά του. Προσφορά, ζήτηση, ανίχνευση, κατανόηση, απελπισία, χαρά, πίκρα, επιμονή, υπομονή, ελπίδα, διεκδίκηση, απογοήτευση, εκλογίκευση, φαντασίωση, θυμός, δάκρυα, λύτρωση, ανάμνηση, όνειρο, συγγνώμη. Σε κάθε λέξη της, σε κάθε σιωπή της περιγράφονται όλα. Όλα, όσα έχουν τελειώσει με τον πιο σκληρό τρόπο. Αυτόν που δεν αφήνει ούτε την παρηγοριά της συγγνώμης. Τον θάνατο. Ή μήπως είναι ο πιο σπλαχνικός; Ποιος ξέρει;
Στον τάφο της δικής της ζωής, μια ζωγραφιά, κάποιοι στίχοι, μια παράλληλη – άγνωστη ζωή, της αφήνουν μήνυμα πως η μάχη ήταν καταδικασμένη σχεδόν εξ’αρχής.
Τι να πει κανείς λοιπόν μπρος στο μάταιο; Πώς να παρηγορήσεις το ανώφελο; Πώς να αξιολογηθεί το κόστος της αγάπης και να βρεθεί υπόλοιπο για το μέλλον;

Η ζωή χρωστάει αλλά για να πληρώσει πολύ η … «χαρτούρα» και χαρά σε εκείνον που θα αξιωθεί να την διεκπεραιώσει.
Δημοσίευση σχολίου